Ι. Καποδίστριας: «τα μεγάλα του κόσμου συμφέροντα δεν εξισάζονται ειμή δια της διπλής ενεργείας του καιρού και της δυνάμεως»

Ο Μέττερνιχ, ο φον Γκεντς και οι λοιποί εκπρόσωποι των ανακτοβουλίων είναι ακόμη παρόντες στις τύχες της χώρας μας. Σαν να μην πέρασε μια μέρα. Δεν είναι τα ίδια πρόσωπα, αλλά τα ΙΔΙΑ νοητικά σχήματα. Μόνο που δεν έχουμε Καποδίστρια.

Ο εμβληματικός Ιωάννης Καποδίστριας 1776-1831. Ρωσία, Γαλλία, Ελβετία και Ελλάδα θεωρούν ότι ίσως πρόκειται για τον μεγαλύτερο, τον πλέον εύστροφο και α π ο τ ε λ ε σ μ α τ ι κ ό διπλωμάτη της Ευρώπης.

Απέτρεψε χρεωκοπία της Γαλλίας, οδήγησε στην καλύτερη διοίκηση της Ελβετίας, ισχυροποίησε τη θέση της Ρωσίας, κυβέρνησε την Ελλάδα. Μπροστά του, οι σύγχρονοι «διπλωμάτες» της πατρίδας του τις τελευταίες δεκαετίες θα έπρεπε να κάνουν εντατικά σεμινάρια για το πώς σχεδιάζεται και εκτελείται το διπλωματικό έργο, ακόμη και αντίθετα σε όλα τα προγνωστικά.
Δεν ισχυρίζομαι ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Αλλά διδάσκει. Έστω κι από αυτό το «απεχθές» μπλε βιβλίο στο οποίο εξεταζόμασταν, μετά από ατελείωτες μέρες εξάσκησης στην στείρα απομνημόνευση. Στείρα, γι’ αυτό και δεν ασχοληθήκαμε με την ουσιαστική μελέτη της μήπως και ανοίξουμε λίγο τα μάτια μας.

«…Η είδηση για την Ελληνική Επανάσταση, που ξέσπασε έξι μόλις χρόνια ύστερα από τη συντριβή του Ναπολέοντα στο Βατερλό και σχεδόν ταυτόχρονα με τις εξεγέρσεις στην Ιταλία (Νεάπολη και Σικελία) και στην Ισπανία, έφθασε στην Ευρώπη την ώρα που συνεδρίαζαν (Ιανουάριος-Μάιος 1821) στο Λάυμπαχ (Λιουμπλιάνα) οι αυτοκράτορες της Αυστρίας και της Ρωσίας, ο Βασιλιάς της Πρωσσίας, οι αρμόδιοι υπουργοί τους και οι εκπρόσωποι της Γαλλίας και της Αγγλίας, για να αποφασίσουν τη βίαιη καταστολή από την Ιερή Συμμαχία των απελευθερωτικών κινημάτων στη Νεάπολη και το Πεδεμόντιο. Η πρώτη διάσκεψη των μοναρχών για συναφή προβλήματα είχε γίνει στο Τροππάου (Troppau) τον Οκτώβριο του 1820.

Ο ξεσηκωμός των Ελλήνων, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε έκπληξη και ανησυχία στις ευρωπαϊκές απολυταρχίες. Η περίφημη και πολυπόθητη ισορροπία, η ευρωπαϊκή τάξη, υπονομευόταν και ήταν ανάγκη να αναπροσαρμοστεί η στρατηγική και η διπλωματία τους.

Μέσα σε τέτοιο αντιδραστικό κλίμα, με προκαταλήψεις δυσμενείς για κάθε φιλελεύθερο κίνημα, τα Ανακτοβούλια τάχτηκαν αυτόματα εναντίον των Ελλήνων. Λίγο πριν έλθει η είδηση για την Ελληνική Επανάσταση, είχαν ήδη εγκρίνει την ένοπλη καταστολή της εξέγερσης στη Νεάπολη από τον αυστριακό στρατό.

Η Ιερή Συμμαχία, που επηρεαζόταν κυρίως από τον αυστριακό καγκελλάριο Μέττερνιχ, έπρεπε να εφαρμόσει την πολιτική της, που σήμαινε συντήρηση με κάθε μέσο της φεουδαρχίας και των μοναρχικών καθεστώτων και συντριβή των επαναστατικών κινημάτων. Ο Μέττερνιχ διατύπωνε με ωμότητα την πολιτική του φιλοσοφία: «Μόνο οι μονάρχες έχουν δικαίωμα να καθορίζουν τις τύχες των λαών, οι ηγεμόνες ευθύνονται για τις πράξεις τους μόνο απέναντι στο Θεό».

(…) Ειδικά η Αυστρία, που η αντίδρασή της υπήρξε άγρια και σταθερά αδιάλλακτη σ’ όλη τη διάρκεια του Αγώνα, καταδυνάστευε ξένους λαούς. (…) Η Επανάσταση των Ελλήνων αποτελούσε επικίνδυνο παράδειγμα. Θα μπορούσε να προκαλέσει εξεγέρσεις στους λαούς που τυραννούσε. Ο στενός συνεργάτης του Μέττερνιχ, Φον Γκεντς (Genz) επιβεβαίωνε την πολιτική αυτή:

«Ας γίνει οτιδήποτε στην Ισπανία, στην Πορτογαλλία, στη Βόρεια και Νότια Αμερική. Μπορούμε να περιμένουμε με ηρεμία. Εντελώς διαφορετικά είναι τα πράγματα σε ό,τι αφορά την προεία και τις τύχες των ανατολικών γειτονικών μας κρατών. Εδώ πρόκειται για τη διατήρηση ή την καταστροφή του πολιτικού μας συστήματος, είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου» (Friedrich von Genz, από το άρθρο του Johann Irmscher, Περί τον Γερμανικόν Φιλελληνισμός, Παρνασσός, τ. Στ’ (1964: 558)

Ο Μέττερνιχ ακόμη ανησυχούσε μήπως οι Ρώσοι εκμεταλλευτούν τον ελληνικό ξεσηκωμό, μια και είχαν συμφέροντα στη Βαλκανική και ήθελαν να επηρεάζουν το μεσογειακό χώρο.

Η Αγγλία πάλι δεν ήθελε να αλλάξει τίποτε στην οθωμανική Ανατολή. Η αδιατάρακτη εξουσία του Σουλτάνου αποτελούσε εγγύηση πως τα Στενά θα έμεναν κλειστά για τους Ρώσους. (…) Μια ελεύθερη και ανεξάρτητη Ελλάδα θα εξελισσόταν σε ναυτική δύναμη επικίνδυνη για τα αγγλικά οικονομικά συμφέροντα.

(…) πρέπει να προσθέσουμε και τις ενστικτώδεις αντιδράσεις που προκαλούσε η υπόνοια ότι η Ρωσία είχε υποκινήσει την Ελληνική Επανάσταση. Ιδιαίτερα εκείνη η φράση από την προκήρυξη του Υψηλάντη, που έλεγε: «Κινηθείτε, ω φίλοι, και θέλετε ιδεί μίαν κραταιάν δύναμιν να υπερασπισθή τα δίκαιά μας!», καταθορύβησε όχι μόνο την αυστραική και αγγλική διπλωματία, αλλά και τη Γαλλία, που ακολουθούσε την ίδια πολιτική (…)

Αλλά και η Ρωσία δεν επιθυμούσε να βοηθήσει στη δημιουργία ενός ισχυρού ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, παρόλο που υπήρχε προαιώνια έχθρα μεταξύ Ρώσων και Τούρκων, από φόβο μήπως προκαλέσει τη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και έτσι προωθηθούν οι αγγλογάλλοι στα νότια της Ρωσίας.

(…) Στο Λάυμπαχ λοιπόν ο Καποδίστριας ήταν μέλος της ρωσικής αντιπροσωπείας. Η θέση του ήταν εξαιρετικά δύσκολη και τα περιθώρια αντιδράσεών του στις θέσεις του Μέττερνιχ πολύ περιορισμένα· όμως κατόρθωσε να επηρεάσει τις αποφάσεις του αυτοκράτορα στην τελική διαμόρφωση και διατύπωσή τους (κατά τρόπο ουσιαστικό, αν και όχι εμφανή) και έτσι να αποτρέψει το χειρότερο για την ελληνική Επανάσταση και να εξασφαλίσει κάποιες προϋποθέσεις για ευνοϊκές εξελίξεις αργότερα στο διπλωματικό πεδίο.

Έτσι, συντάχθηκε το αυτοκρατορικό διάταγμα (…) που περιείχε μία ρήτρα ευνοϊκή για την Ελληνική υπόθεση: την «ουδετερότητα». (…) να γράψει και προσωπική επιστολή προς τον Υψηλάντη, όπου βρήκε την ευκαιρία με διπλωματική ευστροφία να αφήσει να φανούν δείγματα εύνοιας προς αυτόν και τον ελληνικό αγώνα.

«Ότε η διάσκεψις του Λάυβαχ έλαβε γνώσιν των απαντήσεών μας προς τον πρίγκιπα Υψηλάντην και των οδηγιών ας έμελλε να λάβη ο βαρώνος Στρώγανωφ, οι συνάδελφοί μας υπουργοί των συμμάχων Δυνάμεων μοι εξέφρασαν τα συγχαρητήριά των δια τα μέτρα ταύτα άτινα ασφαλώς θα εστέφοντο υπό πλήρους επιτυχίας. Εφαντάζοντο ότι μετ’ ολίγας ημέρας δεν θα εγίνετο πλέον λόγος ούτε περί Τούρκων ούτε περί Ελλήνων και ότι τα πράγματα θα επανήρχοντο εις το statu quo ante.

Πολύ θα επεθύμουν, κύριοι”, τοις απήντησα, “να συμμερισθώ την γνώμην σας. Εάν όμως θέλετε την ιδικήν μου, θα σας είπω ότι, ακολουθούντες το νυν υιοθετηθέν σύστημα, μόνον μετά εικοσιπενταετίας θα έχετε την ικανοποίησιν του να μη ακούετε πλέον να γίνεται λόγος περί Ελλήνων και περί Τούρκων· όσον δ’ αφορά εις το status quo, τούτο παρήλθεν ανεπιστρεπτί”. Εκοιτάχθησαν, ύψωσαν τους ώμους και ίσως ώκτιραν δια τας υπερβολάς εις τας ιδέας μου (…) (Ι. Καποδίστρια, Αυτοβιογραφία, σελ. 140-141).

«Επιστολή του Ι. Καποδίστρια προς Κερκυραίο έμπιστο φίλο του, η οποία διαβιβάστηκε στην Ελληνική Επαναστατική Κυβέρνηση:

Εκ Πετρουπόλεως τη 13/25 Ιουνίου 1822

«..όσον δια τα επωφελή αποτελέσματα ταύτης της συνελεύσεως δεν έχω ουδεμίαν αμφιβολίαν. Αποδεικνύεται εκ τούτου φανερώτατα ότι τα μεγάλα του κόσμου συμφέροντα δεν εξισάζονται ειμή δια της διπλής ενεργείας του καιρού και της δυνάμεως. (…) [Δ. Κόκκινου, Ελληνική Επανάσταση Τομ. 6: 53-54]

[ΠΗΓΕΣ: (Θέματα νεότερης και σύγχρονης ιστορίας από τις πηγές Ο.Ε.Δ.Β) | Βασίλης Κρεμμυδάς  «Ιστορία νεώτερη και σύγχρονη» | Β. Σκουλάτου- Ν.  Δημακοπούλου- Σ. Κόνδη «Ιστορία  νεώτερη και σύγχρονη» | Φ. Κ. Βώρου «Θέματα νεώτερης και σύγχρονης Ιστορίας»]