Ο Πολιτισμός μας τελείωσε. STOP. Άδοξα…

Ο Πολιτισμός μας τελείωσε. STOP. Άδοξα…

Χ. Κεχαγιάς, Thu, 02/02/2012 —Mediasoup|www.mediasoup.gr/node/52727#.VYVYWvntlHw

Προσοχή! Είναι πια πολλές οι παραστάσεις που βλάπτουν σοβαρά την υγεία.

Αφορμή για αυτές τις άτεχνες, πρόχειρες αράδες που ακολουθούν στάθηκε μία θεατρική παράσταση. Κομψά θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κανείς ‘ατυχή στιγμή’. Σκηνοθέτη μεγάλου και γνωστού που δεν μπορώ να κατονομάσω. Αιτία όμως αποτελεί το γεγονός της ύπαρξης πολλών κακών και βλαπτικών θεατρικών παραστάσεων. Που έχουν γίνει μόδα. Δυστυχώς. Θα εξηγήσω τα ‘πώς’ και τα ‘γιατί’ συνοπτικά, παρακάτω. «Μα», θα μου πείτε, «σε μια εποχή που χρειάζεται όλοι να ενισχύσουμε το θέατρο, να βοηθήσουμε τους παραγωγούς, τους ηθοποιούς, τους σκηνοθέτες, με δυο καλά λόγια, με 15-25 ευρώ, (που όλοι σκεφτόμαστε πλέον να τα δώσουμε, καθώς δεν μας περισσεύουν), εσύ τί κάνεις αγαπητέ μου; Χτυπάς το θέατρο;»

Μπαίνεις στο θέατρο υγιής και βγαίνεις άρρωστος

Καθώς δεν είμαι κριτικός θεάτρου, ούτε θεατρολόγος, καλό θα είναι οι σχετικοί με το θέατρο καλοί επαγγελματίες να μη με πάρουν διόλου στα σοβαρά. Πιθανόν και η ηλικία μου να με κάνει να μου βγαίνει στην επιφάνεια μόνον η γκρίνια και η μιζέρια. Άλλοι πάλι, ίσως βρουν μέσα σε αυτές τις σκέψεις κάτι χρήσιμο. Θα δείξει. Γεγονός όμως είναι ότι, ενώ αγαπώ πολύ το θέατρο, τα τελευταία χρόνια, με το ζόρι θα ακολουθήσω την παρέα που έχει για προορισμό της το θέατρο και μια ‘καλή παράσταση’. Με τρομάζει αυτό το ενδεχόμενο της πλήρους αδιαφορίας που πετάει σαν αόρατο μωβ πέπλο πάνω από τους θεατές ή εκείνο το αίσθημα αποτροπιασμού, αηδίας ή και νοσηρότητας που μεταμορφώνεται σε θηρίο, έτοιμο να κάνει μια χαψιά το –κατά τα άλλα- φιλοθεάμον κοινό. Να το πω απλά: γιατί οι περισσότερες παραστάσεις αρρωσταίνουν πια τους θεατές;

Οι σκηνοθέτες και οι υπουργοί: σχεδόν πάντα ανίκανοι κι οι δυο

Οι ειδικοί θα πουν ότι φταίει κάθε φορά ο παραγωγός, ο σκηνοθέτης, τα media, ο σκηνογράφος, ο κουραστικός φωτισμός, ο ενδυματολόγος, οι ηθοποιοί που δεν έχουν όρεξη, οι παλιές αίθουσες, η αμακιγιάριστη ταξιθέτρια, τα άβολα καθίσματα, ο παρκαδόρος που ήταν ανάγωγος κλπ. Μπορεί να φταίνε όλα αυτά μαζί ή και τίποτα. Προσωπικά, αποδίδω τη μεγαλύτερη ευθύνη στους σκηνοθέτες και στα υπουργεία. Οι σκηνοθέτες είναι για μένα κάτι σαν τους μέντορες-παιδαγωγούς και τους διευθυντές ορχήστρας: κατέχουν στο μέγιστο βαθμό την τέχνη τους και στον γνωστικό και στον αισθητικό τομέα. Ο πρώτος είναι σχετικά εύκολο να κατακτηθεί. Χρειάζεται βαθιά μελέτη, συνέπεια, συνεχή ενημέρωση, διάλογο, όσμωση της εποχής κλπ. Ο δεύτερος θέλει αληθινό ταλέντο. Διότι, η αισθητική κυρίως υπάρχει έμφυτη, σαν βίωμα της ομορφιάς και σαν διαρκής φροντίδα της. Φυσικά, κατά ένα μεγάλο μέρος αποτελεί κι αυτή προϊόν συνειδητής εργασίας και επιμέλειας και καλλιέργειας. Και το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα, κάποιες φορές, μπορεί να μην είναι εκείνο που είχε στο νου και στα όνειρά του ο σκηνοθέτης. Και η αποτυχία μέσα στο πρόγραμμα είναι και αλίμονο εάν περιμέναμε από τους σκηνοθέτες να ετοιμάζουν άψογες παραστάσεις κάθε εξάμηνο. Εκείνο που αναμένουμε όμως, είναι μια κάποια συνέπεια. Κυρίως απέναντι στον εαυτό τους που θα εκφραστεί με τη μορφή του σεβασμού απέναντι στους ανθρώπους που θα παρακολουθήσουν τον καρπό της εργασίας τους.

Το ζώον και το τέρας

Έγραφε ο μεγάλος Τάσος Λιγνάδης: «Όταν μια σκηνοθεσία ανατρέψει την ισορροπία του είδους – και συνήθως στις μέρες μας αυτό κάνει – ανατρέπει μια φύση και προκαλεί τερατογένεση. Το ίδιο μπορεί να γίνει στον Καραγκιόζη και την Όπερα. Το κάθε τι λειτουργεί μέσα από τη φύση του. όταν λειτουργεί έξω από αυτήν, γίνεται τέρας. Το αποτέλεσμα της ανατροπής της φύσης είναι μια ανία.» Πολύ πρόχειρα, κατατάσσω τις σκηνοθεσίες, όπως και τα περισσότερα έργα τέχνης, σε δύο μεγάλες κατηγορίες: σε εκείνα που έχουν κάτι να πουν και σε εκείνα που κοροϊδεύουν. Βεβαίως σέβομαι απεριόριστα εκείνο τον δημιουργό, που σέβεται τις αρχές του είδους που υπηρετεί και εργάζεται πάνω σ’ αυτό και μαζί με αυτό. Είτε μιλάμε για τραγωδία, είτε για σατυρικό δράμα, είτε για Commedia dell’arte, μιούζικαλ ή θέατρο Νογκάκου. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, σέβομαι και εκείνο τον δημιουργό, τον τεχνίτη του Διονύσου που ψάχνει να βρει νέους δρόμους, να αυτοσχεδιάσει, να γίνει δημιουργικός, να παντρέψει νέα στοιχεία ή να κάνει να ξεπηδήσουν μέσα από το υλικό του εντελώς νέα είδη και μορφές. Είτε ο ένας δρόμος, είτε ο άλλος είναι το ίδιο αξιοθαύμαστοι και αξιέπαινοι. Και για να πω την αλήθεια, περισσότερο με εξιτάρει εκείνος που παλεύει με θεούς και δαίμονες να βγάλει κάτι καινοφανές, κάτι που δεν υφίσταται στο παραδοσιακό ρεπερτόριο και τις τεχνοτροπίες. Ακόμη κι αν αποτύχει κάμποσες φορές. Η Τέχνη ζει με την καινοτομία.

Το βέβηλο και το ιερό

Φθάνει αυτή η καινοτομία να μην καταντά instrument. Ή να μην είναι «η καινοτομία για την καινοτομία». Σε κάθε περίπτωση, εκείνο που μετράει είναι αυτό που απλά καλείται ΝΟΗΜΑ. Κοινώς, έχει ή δεν έχει να πει ΚΑΤΙ το συγκεκριμένο έργο με τη συγκεκριμένη οπτική των συντελεστών του; Αν έχει, καλώς. Αξίζει να φανερωθεί στα μάτια των θεατών. Ειδάλλως, ας μείνει για καμιά εσωτερική παράσταση, εργαστήριο ή πρακτική άσκηση των σπουδαστών των θεατρικών σχολών. Αλλά όχι για τον κόσμο. Θα πείτε πάλι ότι αυτή είναι μια ακραία άποψη και ότι στο κάτω-κάτω της γραφής τελικός κριτής είναι ο κόσμος, το κοινό, οι θεατές. Αμ δε! Ο σκηνοθέτης αρχικά έχει μια-δυο καλές ιδέες και πείθει τον θεατρικό παραγωγό. Εκείνος, με κάποιους υπολογισμούς, ίσως και με καμία χορηγία, σχεδιάζει τον προϋπολογισμό και βλέπει ότι η παράσταση μόλις και μετά βίας δεν θα καταλήξει σε παθητικό αποτέλεσμα. Στην καλύτερη περίπτωση, μπορεί να σημειώσει και επιτυχία, σκέφτεται. Τα ενοίκια, τα φώτα, οι μισθοί, το ΙΚΑ προϋπολογίζονται, βγαίνει ο αριθμός των παραστάσεων, το budget της παραγωγής και εν τέλει επιλέγονται και οι συνεργάτες που θα στελεχώσουν την ομάδα της παράστασης. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, άπαντες είναι στα χέρια του σκηνοθέτη. Οτιδήποτε καλό, κομψό, όμορφο, άσχημο, περίεργο, ανώμαλο, εκκεντρικό, παραδοσιακό και απολιθωμένο ή πρωτοποριακό και καινοτόμο έχει εκείνος στο κεφάλι του, ανάλογα με την παιδεία και την οπτική του θα φανεί στο τελικό αποτέλεσμα.

Βρε αμόνι, ξέρεις τί είναι αυτό που πατάς;

Έτσι, ο Ορέστης μπορεί να εμφανιστεί επί σκηνής ως η ασουλούπωτη μυλωνού, ο Ιάσονας να παίξει στην κεκλιμένη σκηνή στο θέατρο Φρόντζου με δίχτυ στο στήθος, για να δηλωθεί ότι είναι πιασμένος στο δίχτυ της Μοίρας, η Ιφιγένεια να τσιρίζει σαν starlet τραγουδίστρια της soul στο θέατρο των Φιλίππων, ο Αγαμέμνονας να εισέρχεται από την πάροδο με μια Cagiva Elefant μαρσάροντας στην ορχήστρα του θεάτρου της Μαρώνειας και ο Προμηθέας να χτυπιέται στην Επίδαυρο γιατί δεν τον φίλησε στο στόμα η Ιώ, ο Ήφαιστος, ο Ερμής, ίσως και όλες οι ωκεανίδες με τη σειρά κατά ..παράβασιν των σκηνοθετικών οδηγιών. Ο Άμλετ να λέει το γνωστό μονόλογο σαν να κάνει διαφήμιση του σαμπουάν χωρίς δάκρυα και η Lady M. να μοιάζει με πρεζάκι που θέλει να κάνει λευκές νύχτες.. Μου σπάνε τα νεύρα ακόμη όταν ετοιμάζομαι να δω κωμωδία του Αριστοφάνη και αντί αυτού βλέπω επιθεώρηση της κακιάς ώρας με πινελιές βλακείας, που παλεύει να σταθεί με το βαρύ πουκάμισο του εξαιρετικού Αριστοφάνη. Διότι, δεν μπορεί να γυρίζουν τα άντερα του θεατή με ό,τι πιο αηδιαστικό μπορεί να διανοηθεί, σε ποσότητες υπερβολικές, ούτε να ακούει τη γλώσσα του πεζοδρομίου, γιατί δήθεν αυτή προκαλεί, και σχετίζεται με την αριστοφανική βωμολοχία. Τις περισσότερες φορές δεν βλέπω ούτε το λέχος, ούτε το βωμό, αλλά τη σαχλαμάρα του σκηνοθέτη, ο οποίος μάλιστα δεν σέβεται ούτε την ορχήστρα, ούτε αυτή τη Θυμέλη! Ξέρουν άραγε αυτοί οι …υπερ-κενοφανείς μεγαλόσχημοι σκηνοθέτες τί είναι η θυμέλη για το θέατρο που πατούν τα πόδια τους οι ηθοποιοί; Ή απλά νομίζουν ότι είμαστε τόσο κωθώνια, ώστε να μη βλέπουμε ότι αυτοί οι σκηνοθέτες κάνουν μόνο για κάτι σήριαλ της αρπαχτής και της πλάκας για την τηλεόραση;

Του σύγχρονου πολιτισμού μας τα νηπενθή

Πριν από χρόνια, βάζοντάς με κάποιος να διαλέξω την καλύτερη ανάμεσα στις τέχνες, βρήκα τρεις: τη μουσική, την ποίηση και το θέατρο. Ανάμεσα σε άλλα, οι δύο πρώτες έχουν μέλος και ρυθμό και μέτρο κι αρμονία. Το Θέατρο όμως, είναι κάτι Άλλο. Όχι επειδή διαθέτει εγγενώς εκείνο το πανάρχαιο δώρο της γυμνής όρχησης, ούτε για τις καταβολές του από τον αρχαίο διθύραμβο. Το θέατρο είναι θέαμα, μέσο και Όργανον, κάτι σαν σύνθεμα Νου και Φύσης, εκείνο που κείται ανάμεσα σε Ουρανό και Γη. Κι εγώ μπορεί να έχω φάει την κεραμίδα στο κεφάλι και να πιστεύω ότι για να αξίζει τον κόπο να πάω σε μια παράσταση, θα πρέπει να νιώσω έστω και για μια στιγμούλα κάτι μαγικό, κάτι που θα με βγάλει από τον καθιερωμένο, συνηθισμένο χωροχρόνο και θα με κάνει να αναμετρηθώ με τον ίδιο μου τον εαυτό. Αλλά πιστεύω ότι και πρόθεση του καλού σκηνοθέτη είναι να «ανεβάσει» επί σκηνής κάτι από «τον κόσμο του θαυμαστού», ίσως και να «θυμηθεί» η ψυχούλα μας τί θα ήθελε να κάνει και πώς να ικανοποιηθεί με λίγη ομορφιά ή μια τόση δα στάλα νοήματος. Διότι, η ψυχή δεν τρέφεται με τηλεοπτικές σειρές και λίγες εικόνες γυμνού γυναικείου στήθους ή ανδρικών οπίσθιων για να σκιρτήσει. Αυτά ας τα κάνουν σε καμιά τηλεταινία που απευθύνεται σε βλαμμένα της συνομοταξίας τους. Η ψυχή τρέφεται μόνο με νόημα. Αλλιώς μαραζώνει και τελικά πεθαίνει.

Μη χειροκροτείτε τον αποτυχημένο

Στην παράσταση που παρακολούθησα πρόσφατα, κανείς δεν έδειχνε ευχαριστημένος μετά τα πρώτα δέκα λεπτά. Κάποιοι περίμεναν ότι το τάδε σκηνογραφικό εύρημα μπορεί να προοιωνίζεται κάτι ενδιαφέρον, ίσως και η μουσική, λίγο τα ταρατατζούμ…..τίποτα! Σκέφτηκα ότι ίσως στο τέλος, όλο αυτό το μπουρδούκλωμα να οδηγήσει σε μια κάποια κάθαρση. Έστω να φύγει ο πονοκέφαλος που προκάλεσε η Α΄ Πράξη. Τίποτα! Αποφάσισα να μην προσέχω κάθε στιγμή του έργου, αλλά να κοιτάζω και άλλα πράγματα γύρω-γύρω. Το ταβάνι, τις κουρτίνες, τις σκάλες, τους θεατές… Αποκοιμήθηκα τρεις φορές. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά μαζί μου πρέπει να ντράπηκαν και καμιά τριανταριά αθώοι θεατές που ίσως είδαν και όνειρο. Ένας μάλιστα ροχάλιζε τόσο δυνατά, που κατέβηκε ο ίδιος ο τεχνικός ήχου, για να φτιάξει το γούφερ. Στα μισά του έργου, είχαν ανάψει πολλά κινητά τηλέφωνα στην πλατεία και τα μηνύματα έπεφταν βροχή. Άρχισα να ντρέπομαι πιο πολύ, διότι μου πέρασε από το μυαλό να γυρίσω άρον άρον στο σπίτι και να παρακολουθήσω με βουλιμία ένα οποιοδήποτε ρηχό σήριαλ έπαιζε η τηλεόραση. Μετά, βυθίστηκα σε σκέψεις περίεργες όπως «τί είναι ο θάνατος» και «γιατί τελικά να μην αυτοκτονούν οι άνθρωποι» και τέτοια. Με συγκράτησε η διπλανή μου την ώρα που ήμουν έτοιμος να σαλτάρω , προτείνοντάς μου περιπαικτικά ότι δεν είναι αργά για να αρχίσω τα …ναρκωτικά. Το τέλος της παράστασης ευτυχώς μας βρήκε όλους ζωντανούς. Εντύπωση μου προκάλεσε μόνο το ότι και οι ηθοποιοί άλλαξαν ρούχα τόσο γρήγορα, και πετάχτηκαν με μπόλικη παράνοια στο δρόμο, ώστε παραλίγο κάποιοι από αυτούς να πέσουν στα αυτοκίνητα της λεωφόρου. Εκείνο που δεν κατάλαβα είναι όμως ΓΙΑ ΠΟΙΟΝ ΑΡΑΓΕ ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΟΥΣΕ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ… Για τους ηθοποιούς που πρόφεραν τα ελληνικά σαν να ήταν άλλη γλώσσα, δίχως ρυθμό, δίχως χρώμα, με κάτι άσχετες παύσεις και αναπνοές… ή μήπως το σκηνοθέτη που στα μάτια μου έμοιαζε με δολοφόνο; Αληθινά, δεν καταλαβαίνω γιατί σε κάτι τέτοιους κρετίνους και δολοφόνους της τέχνης δίνουμε χαρά, ελπίδα και …δύναμη να συνεχίσουν το καταστροφικό τους έργο και στην επόμενη παράσταση. Ενώ αν δεν χειροκροτούσε κανείς….χμμμμ….τί ωραία που θα ήταν…ίσως και ο επιδοτούμενος σκηνοθέτης να άλλαζε επάγγελμα. Ίσως αν είχε δοκιμαστεί και σε κάποιο άλλο επάγγελμα να τα κατάφερνε καλύτερα. Πού ξέρεις;

Μην αφήνετε τον ατάλαντο να σβήσει το λιγοστό φως

Θα μου πείτε πάλι: τί ξέρεις εσύ από υψηλή τέχνη; Τίποτα δεν ξέρω. Και έχω επίγνωση της άγνοιάς μου. Αλλά θυμάμαι ότι, πριν τις διακοπές των Χριστουγέννων, ένας καθηγητής εδώ στην Αθήνα, ρώτησε τους φοιτητές του στο αμφιθέατρο πόσους και ποιούς Έλληνες ποιητές γνωρίζουν. Εκείνοι, κάπου 350 αυτή τη μέρα, άρχισαν με ευκολία να παραθέτουν: Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Βάρναλης, Καβάφης… «εν ζωή παρακαλώ» πρόσθεσε εκείνος. Δυσκολεύτηκαν δυστυχώς. Πολλοί γνώριζαν το Χριστιανόπουλο. Έξοχα… Οι Κύπριοι τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη… Ένας ήξερε το Γιάννη Υφαντή. Εντυπωσιακό. Κάποια ψέλλισε με αμφιβολία το όνομα του Τίτου Πατρίκιου… «Ζει;» ρώτησε. «Η Κική Δημουλά» φώναξε μια μεγαλύτερη σε ηλικία κοπέλα από τα τελευταία καθίσματα. 3-4-5! Πέντε ονόματα, μόλις! Α, πάλι καλά… πέντε ονόματα. Ο καθηγητής συνέχισε το βασανιστήριο: «Ωραία», είπε. «Και πόσους ζωγράφους, γλύπτες, χαράκτες, φωτογράφους γνωρίζετε;» …σιγή στο αμφιθέατρο. Η απόλυτη σιγή.

Είμαστε παγάκι που επιπλέει και όχι η κορυφή του παγόβουνου

Αυτή λοιπόν είναι η αλήθεια μας. Οι φοιτητές μας, οι επιστήμονες που έρχονται, η επόμενη γενιά, εσύ, εγώ, εμείς οι γέροι, γνωρίζουμε πέντε ποιητές, δηλαδή μόνο τα ονόματά τους. Διότι είμαι βέβαιος ότι ελάχιστοι από αυτούς θα ήταν σε θέση να θυμηθούν ένα στίχο ή μία λέξη από τα ποιήματά τους. Και δεν φταίνε τα παιδιά. Επ’ ουδενί! Αλλά, αυτή είναι η αλήθεια μας. Τα υπόλοιπα είναι αυτό που πιστεύουμε ότι θα θέλαμε να ισχύει και να είμαστε. Η αλήθεια μας είναι μικρή. Δυστυχώς είμαστε απαίδευτοι. Ή επιεικώς ανεκπαίδευτοι… Ας ξεκινήσουμε όμως από την αλήθεια μας. Δηλαδή, την άγνοιά μας. Είναι κι αυτή μια καλή αρχή.

Τα Υπουργεία

Θα ήθελα να ζητήσω από τους περισσότερους εκ των νυν και πρώην και τέως υπουργούς και υφυπουργούς Παιδείας και Πολιτισμού και Ανάπτυξης και Τύπου και ΜΜΕ και όσους διετέλεσαν τις τελευταίες δεκαετίες άρχοντες του τόπου, με ποιόν τρόπο κατόρθωσαν να διαλύσουν, να εκμηδενίσουν αυτό που λέμε «Ελληνικό Πολιτισμό» και «Παιδεία» και να το καταντήσουν ασήμαντο άθυρμα. Να τους το ζητήσω όχι επιτακτικά, αλλά εκλιπαρώντας τους να μου δώσουν την μαγική συνταγή του ξεχερσώματος και της ερήμωσης του Πολιτισμού και της Παιδείας. Διότι, αυτό είναι δυστυχώς το χωράφι που παρέδωσαν οι περισσότεροι: στέρφα γη, πολλές κοτρώνες, πολλή θολούρα, κάτι σκόρπια ξόανα και ψευτοδιανόηση. Λίγα αγκάθια από δω, κάτι αφάνες ανάμεσα στα πόδια μας, πολλά μεταλλαγμένα πνευματικά προϊόντα, αλλά ζιζανιοκτόνα πολλά, πολλά τα φάρμακα. Και τα ξόανα… Και χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια και πνευματική ενέργεια για να διαλύσεις ένα καρποφόρο αμπέλι, ώστε να φθάσει να θυμώσει ή να αδιαφορεί παντελώς γι’ αυτό που λέμε Πολιτισμό και Παιδεία, που και τα δυο τους πνέουν τα λοίσθια. Ίσως, γιατί μαζί τους εξέπνευσε και η Ελευθερία και εκείνο το εξωτικό φρούτο… που το βρήκανε εδώ μωρέ, μαζί με το αττικό δράμα -αχ, πώς το λέγανε;- α ναι: Δημοκρατία.

Ο Χρήστος Κεχαγιάς είναι διδάκτωρ Κοινωνιολογίας Παντείου Πανεπιστημίου.

(Πηγή φωτογραφίας: friendshipiseverything.blogspot.com)


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s