Ζούμε περίπου, στενά δεμένοι

Ζούμε περίπου, στενά δεμένοι

δρ. Χ. Κεχαγιάς, 8/2/2013 —Mediasoup | http://www.mediasoup.gr/node/67266#.VYVdS_ntlHw

Έχω αρχίσει να πιστεύω ότι η ζωή στην Ελλάδα είναι πλέον ..«περίπου». Αυτό το περίεργο επίρρημα, που μπορεί να προφέρεται ,είτε σαν να το εκστομίζει περιπαικτικώς στριφνή και σχολαστική κυρία της Εκάλης, τσιτώνοντας υστερικά τα χείλη της, είτε σαν να βγαίνει αργόσυρτο και μακροσκελές από τον ράθυμο ιδιοκτήτη οινομαγειρείου στου Βαρδάρη, είναι το οντολογικό ισοδύναμο της ζωής του Νεοελλαδίτη.

Διότι, αυτός ξυπνάει περίπου την ίδια ώρα το πρωί και πηγαίνει στην εργασία του, που δεν είναι ακριβώς εργασία, αλλά κάτι ανάμεσα σε «ενοικίαση/μίσθωση προσωπικού» και ημι-απασχόληση. Αυτό που θυμίζει κάτι από «πάρτι», αλλά είναι μόνο ως προς το χρόνο που διατίθεται και στα ελληνικά καλείται “part-time job”.
Ο part-time άνθρωπος του ελλαδικού χώρου, αμείβεται στο… περίπου και όταν δεήσει ο εργοδότης του να ενθυμηθεί ότι πρέπει να τον πληρώσει για το αγαθό/έργο/υπηρεσίες που εκείνος παρέχει. Τα δε χρήματα που αναγράφονται στη βεβαίωση αποδοχών του δεν είναι «ακριβώς» όσα θα λάβει, αλλά περίπου όσα υπολογίζει, όταν αφαιρέσει τις νόμιμες κρατήσεις, το ποσό για την ασφάλιση, για κάποια άγνωστα ταμεία, για κάποιους τρίτους, τα οποία καταλήγουν τέλοσπάντων σε ένα «καθαρό ποσόν». Βέβαια, με αυτό το ποσόν δεν είναι δυνατόν να ζήσει ούτε ο ίδιος, ούτε η οικογένειά του, αλλά αυτό έχει μικρή σημασία, για τους ηγήτορες του τόπου, για όσους κάθε τέσσερα χρόνια σχεδιάζουν και εκτελούν υπέρ αυτού. Δηλαδή, του λένε ότι όλα αυτά γίνονται «για το καλό του», αλλά αυτή δεν είναι η αλήθεια, είναι «κάτι» από ολίγη αλήθεια, εν τω μέσω πλημμυρίδος ψέματος, δηλαδή είναι η «αλήθεια στο περίπου».
Φυσικά, ο ίδιος οφείλει να ξεπληρώνει «ακριβώς» τις υποχρεώσεις του και να είναι συνεπής τόσο στον χρόνο, όσο και στο ποσόν. Με άλλα λόγια, τα χρήματα εισρέουν στην τσέπη του στο περίπου, αλλά φεύγουν ακριβώς: μέχρι τελευταίας δεκάρας. Η συντεταγμένη Πολιτεία, το Κράτος γνωρίζουν, κάθε φορά, πώς να τον βάζουν σε καθεστώς φόβου και αδυσώπητης ανασφάλειας για το αύριο, αλλά τον μπερδεύουν, γιατί ενίοτε του υπενθυμίζουν ότι Κράτος και Πολιτεία είναι ο ίδιος, ναι, ναι, ακριβώς αυτός ο ίδιος που ψήφισε τα κόμματα που τον κυβερνούν και τον εκμαυλίζουν. Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, τον μορφώνουν, φροντίζουν να τον μορφώνουν και να τον επιμορφώνουν με υψηλής ποιότητας τηλεοπτικά κυρίως προγράμματα, που τον εξοικειώνουν με το αίμα, τη βία, την ανωμαλία και την ηλιθιότητα. Κυρίως μέσω της τελευταίας, οι τηλεοπτικοί σταθμοί καταφέρνουν εδώ και δεκαετίες να τον αποχαυνώνουν μεθοδικότατα και επιμελέστατα, στοχεύοντας στο άγιο δισκοπότηρο κάθε εξουσίας: στην καλλιέργεια και διάδοση της αμάθειας.
Έτυχε, προχθές, να ξεφυλλίζω το βιβλίο της Γλώσσας μιας τάξης του Δημοτικού, προκειμένου να καταφέρω, επιτέλους, στα γεράματά μου, να μάθω πότε βάζουμε σε μία πρόταση κόμμα και πότε όχι. Σύμφωνα με τη θεωρία του εν λόγω βιβλίου, τα πράγματα ήταν ..περίπου ξεκάθαρα:
«Χωρίζουμε με κόμμα τις εξαρτημένες προτάσεις (αιτιολογικές, χρονικές, υποθετικές, εναντιωματικές, αποτελεσματικές) από τις ανεξάρτητες όταν το νόημα τους δεν είναι στενά δεμένο με το νόημα της ανεξάρτητης πρότασης. Σ’ αυτή την περίπτωση συνήθως τοποθετούνται πριν από αυτήν. Δεν τις χωρίζουμε με κόμμα όταν το νόημα τους είναι στενά δεμένο με το νόημα της ανεξάρτη¬της πρότασης (τότε συνήθως τοποθετούνται μετά από αυτήν)»
Πιστεύω ακράδαντα ότι οι συγγραφείς του εν λόγω βιβλίου, κατέβαλαν φιλότιμες προσπάθειες και προσπάθησαν να συνταιριάσουν τους κανόνες όχι κάποιου επίσημου συντακτικού της Ελληνικής Γλώσσας, αλλά πολλών. Δεν τους κατηγορώ. Αλλά πιστεύω ότι άθελά τους δεν με βοήθησαν ούτε στο παραμικρό να μάθω, τώρα σε αυτή την ηλικία, πότε και πού βάζουμε κόμμα. Πώς να το καταλάβουν τα παιδάκια του Δημοτικού; Το ίδιο πρόβλημα, παρουσιάζεται και με τα Μαθηματικά. Αλλά, γιατί πρέπει η Γλώσσα και τα Μαθηματικά να δίνουν κανόνες στο περίπου;
Ξαναγυρίζω στις προηγούμενες σκέψεις, μετά το παρεμπίπτον ζήτημα. Χαμένος μέσα στην ημιμάθειά μου, σκέφτομαι ότι ίσως, η ζωή μας να μην χρειάζεται πλέον κανόνες και αυτό να είναι καλό και χρήσιμο. Δεν ξέρω όμως ποιόν εξυπηρετεί μία τέτοια κατάσταση. Αλλά, όταν τα πράγματα συγχέονται, όταν πρέπει κάποιος να δώσει τη λύση σε ένα πρόβλημα, ποιός θα μας διασφαλίσει από την πλάνη και την υποκειμενικότητα; Όταν μεταφερόμαστε στο πεδίο της Πολιτικής, γιατί και ως πότε θα ανεχόμαστε την ανακρίβεια και την πλάνη; Και γιατί, στον χώρο της Ιατρικής ή της Κλινικής Διαγνωστικής, δεν δεχόμαστε να μας δίνει ο θεράπων ιατρός μία διάγνωση στο περίπου και μία θεραπεία που μπορεί να είναι η προσήκουσα, μπορεί και όχι; Μήπως να συνηθίζουμε στην ιδέα ότι στη νέα πολιτικο-οικονομική πραγματικότητα που διαμορφώθηκε μεθοδικά τις τελευταίες δεκαετίες, η ζωή μας θα είναι δεμένη στενά, σχεδόν ταυτισμένη, με το γλυκόπικρο τέρας του «Περίπου»; Μήπως, άθελά μας, γινόμαστε κάθε μέρα «περίπου άνθρωποι» και κάτι άλλο μαζί; Τί να λέει, άραγε, γι’ αυτό το ζήτημα, το «συντακτικό της ζωής»;

Ο Χρήστος Κεχαγιάς είναι διδάκτωρ Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s